Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2007

Λεξιλόγιο 3 (Έπιπλα και Σκεύη) β'

Κατ' αρχάς θα ήθελα να ευχαριστήσω άπαντες για τα σχόλια και emails. Εν δευτέροις θα ήθελα να απολογηθώ για την μη ανανέωση της σελίδας όλο αυτό το τελευταίο διάστημα, κάτι το οποίο οφείλεται σε περιορισμένο χρόνο και συνεχή ταξίδια.

Ας συνεχίσουμε σήμερα σαν να μην πέρασε ούτε μία μέρα, από το σημείο που αφήσαμε ανολοκλήρωτο, το λεξιλόγιο σχετικά με τα Έπιπλα και Σκεύη:

dεμέλα : το εξωτερικό επένδυμα του προσκέφαλου. Είναι λευκό και βγαίνει ώστε να πλένεται συχνά.
Στρώμα : Όχι μόνον στην κοινή του σημασία αλλά και το ύφασμα με το οποίο αυτό περιβάλλεται (πχ "έχεις γέ να μου δώκης ν' αγοράσω λίγα bράτσα στρώμα?").
Xεράμι : Μάλλινο σκέπασμα του κρεβατιού (πχ "αν είν' αλαφρί το σεdόνι να σου δώκω να βάλης απουπάνου σου κ' ένα χεράμι).
bατανία : Η κουβέρτα του κρεβατιού.
Τορνολέτο : Άσπρο ύφασμα που τοποθετείται γύρω γύρω στο κρεβάτι, κρέμεται δηλαδή ως παραπέτασμα από το στρώμα έως το πάτωμα και κρύβει το κάτω μέρος του κρεβατιού.
Φίντες : Άσπρο ύφασμα που τοποθετείται κάτω απ' το προσκέφαλο και κρέμεται προς τα πλάγια του κρεβατιού.
(Σημ : Το τορνολέτο και ο φίντες ήταν σαν είδη πολυτελείας και τοποθετούνταν συνεχώς μόνον στα αρχοντόσπιτα. Σε όλα τα σπίτια τοποθετούνταν μόνον τις ημέρες των γάμων.)
Κουνουπολόος : Κουνουπιέρα που κρεμόταν πάνω απ' το κρεβάτι για προστασία απ' τα κουνούπια.
Πάτια : Οι τάπητες γενικώς.
Στρατόνι : Στενός τάπητας αποτελούμενος από ένα φύλλο υφάσματος υφασμένο στον αργαλειό. Τοποθετούνταν στους διαδρόμους, μπροστά στα κρεβάτια αλλά και αλλού.
Κουάδρο : Το κάδρο.
Κουντρίνα : Η κουρτίνα.
Κομός (ο) : Έπιπλο με συρτάρια, το σκρίνιο.
bαούλο : Η κασέλα, το μπαούλο.
Καθήκλα : Η καρέκλα.
Αρμάρι : Το ερμάρι.
Ροτόντα : Στρογγυλό τραπζεάκι της σάλας (πχ "ούλα τα μόbιλα στη θέση τους και η ροτόντα στη μέση").
Σκαbέλο : Το κομοδίνο.
Λαβαμάνος : Ο νιπτήρας.
Γαδένα : Η λεκάνη.
Κατζέλο : Το συρτάρι.
Σκατζιά : Ράφια, πρόχειρα ράφια από σανίδες τοποθετημένα σε διάφορα δωμάτια του σπιτιού ή στα καταστήματα.
Σογάντσα : Ράφι, σκατζιά, αλλά μόνον η τοποθετημένη στο μαγειρείο.
Ντερίνα : Μικρή μεταλλική λεκανίτσα που βάζουν φρούτα, σαλάτες, κλπ.
Λουμίνι : Είδος λάμπας που καίει με λάδι χωρίς γυαλί.
Σαμανdάνι : Το κηροπήγιο.
Καdιλιέρι : Είδος λάμπας που αποτελείται από φώτα λαδιού, συνήθως τέσσερα. Έχει μία βάση και ανάβονται ένα ή περισσότερα φυτίλια.
Τσαίνικο : Το τσαγερό.
Βαντιέρα : Δίσκος (πχ "Πάρε τη βαντιέρα να τρατάρης τσί βίζιτες").
Κούπα : Ποτήρι.
Κουτεζίνι ή ρακογιάλι : Ποτηράκι μικρό για οινοπνευματώδη όπως ρακί, κονιάκ, ούζο, κλπ.
Μεσάλι : Το τραπεζομάντιλο.
Τουβαέλι : Προσόψιο, πετσέτα του φαγητού. Η λέξη προέρχεται πιθανότατα απ' το αγγλικό towel και αποτελεί μία απ' τις λίγες αγγλικές λέξεις που απέμειναν (στην Κέρκυρα λέγεται τοουέλι).
bόλια : Πετσέτα του νιψήματος (σκούπισμα χεριών).
Κανάτα : Το σύνηθες δοχείο νερού.
Κανάτι : Η μικρή κανάτα.
Κατουροκάνατο : Το δοχείον νυκτός.
bουγάδα : Το πλύσιμο πολλών ρούχων με ζεστό νερό.
Αλυσίβα : Βρασμένο νερό με στάχτη που ρίχνεται πάνω απ' τα ρούχα που βρίσκονται σε μεγάλο καλάθι, ώστε να καθαρίσουν.
Σταχτοπάνι : Χοντρό πανί ή σακκί που τοποθετείται επάνω απ' τα ρούχα της bουγάδας. Πάνω σ' αυτό ρίχνεται η αλυσίβα και αυτό είναι που εμποδίζει τη στάχτη να περνά στα ρούχα.
Κοφινολόος : Πανί που τοποθετείται γύρω γύρω απ' το σταχτοπάνι.
Σκάφη : Η σκάφη που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για πλύσιμο.
Ξεβγάνω : Πλένω τα ρούχα με καθαρό νερό μετά την bουγάδα.
Μασίνα : Το σίδερο του σιδερώματος, όταν έχει μέσα τα κάρβουνα.
Σίδερο : Το σίδερο του σιδερώματος μονοκόμματο που ζεσταίνεται στην φωτιά.
Τσίτσα : Κολοκύθι ξηρό και κούφιο, επίτηδες προετοιμασμένο για να γεμίζει κρασί. Αυτό έπαιρναν στα κτήματα αντί μπουκαλιού.
Φλασκί ή φλάσκα : Η τσίτσα. Μεταφορικώς, το κούφιο κεφάλι, το χαλασμένο κεφάλι (πχ "τη gακή σου τη φλάσκα!").