Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2008

Λεξιλόγιο 4 (Μαγειρείο-Θέρμανση)

Μαγειρείο

Γωνιά : Η εστία του μαγειρείου (πχ "όλο κοdά στη γωνιά εκάηκα 'πό τη ζέστη. Τα σπίρτα τά'χω απά στη γωνιά").
Μάπα : Το επιστέγασμα της γωνιάς, από το κέντρο του οποίου αρχίζει ο σωλήνας της καπνοδόχου. Επίσης, το γνωστό λαχανικό.
Παδέλα : Πήλινη χύτρα.
Πινιάτα : Χάλκινη χύτρα.
Κατσαργιόλα : Χάλκινη χύτρα με ίσιο χέρι στην άκρη ή απλώς χάλκινη χύτρα (συγχέεται συχνά με την πινιάτα).
Κατσαργιόλι : Μικρή κατσαργιόλα με ίσιο χέρι στην άκρη.
Κατσαργιολάκι : Ακόμη μικρότερο κατσαργιόλι.
dαβάς : Ρηχή πήλινη χύτρα.
bροστολίνι : Το ψηστήρι του καφέ.
Κουποτάψι : Σκέπασμα με το οποίο σκεπάζουν το ταψί και βάζουν από πάνω κάρβουνα για να ψηθεί το φαγητό. Το όργανο αυτό αντικαθιστά τον φούρνο, κατασκευάζεται δε από λάτα (λευκοσίδηρο).
Τσερέπα : Όργανο ακριβώς όμοιο με το κουποτάψι και για την ίδια χρήση, μόνο που κατασκευάζεται από πηλό.
Σίσκλος : Ο σίκλος, το μεταλλικό αγγείο με το οποίο αντλούν νερό απ' το πηγάδι (στέρνα) αλλά χρησιμεύει και σ' άλλες χρήσεις.
bάνιο : Μικρό μεταλλικό αγγείο, πλατύτερο κάπως απ' τον σίσκλο, τενεκεδένιο ή από άλλο μέταλλο, το οποίο χρησίμευε για να ρίχνουν τα βρώμικα νερά του λαβαμάνου ή για να μεταφέρουν νερό για το σφουγγάρισμα.
bουράτο : Κυλινδρικό δοχείο από τενεκέ, χωρητικότητας περίπου ενός τενεκέ πετρελαίου το οποίο χρησιμεύει για να μεταφέρουν νερό.
Λάτα : Τενεκές, λευκοσίδηρος. Επίσης, το τενεκεδένιο δοχείο πετρελαίου με το οποίο μπορεί επίσης να μεταφερθεί νερό αλλά και λάδι.
Καφκιά : Ξύλινη γαβάθα στην οποία κατασκευάζεται η αλιάδα (σκορδαλιά) ή κοπανίζονται σκόρδα.
Μουρτάρι : Γουδί από μπρούτζο ή άλλο μέταλλο.
Μουρταρόχερο : Το γουδοχέρι.
Πυροστιά : Το σιδερένιο τρίποδο πάνω στο οποίο τοποθετείται η χύτρα στη φωτιά.
bιρίκι : Το μπρίκι.
Αλιάδα : Η σκορδαλιά. Κατασκευαζόταν με ξερά σκόρδα, λάδι, λεμόνι και ψωμί βρεγμένο ή πατάτα βρασμένη. Με λίγα λόγια, όπως σήμερα.
Στουφάδο : Το στιφάδο.
Σαλτσιτσότο : Το σαλάμι.
Πουλέντα : Φαγητό από βρασμένο αραβοσιτάλευρο στο οποίο έριχναν συνήθως μέσα και σταφίδα.
Νεροbάbαλη : Ψωμί βρεγμένο στο νερό με αλάτι και λάδι.
Ριγανάδα : Νεροbάbαλη στην οποία πρόσθεταν ρίγανη και ξύδι. Εναλλακτικά, από βρεγμένα παξιμάδια με λάδι, ξύδι και ρίγανη.
Σκαφίδι : Μικρή σκάφη από μονοκόμματο ξύλο σκαλισμένο στο οποίο ζύμωναν το ψωμί.
Σινάδια : Τα πίτουρα.
Σουδάβλι : Eπίμηκες ξύλο για το τράβηγμα ή σπρώξιμο των κάρβουνων στον φούρνο.
Φουρνόκλεισμα : Ημικυκλικό σκέπασμα της οπής του φούρνου, από σίδερο ή τενεκέ.
Πλαστήρι : Σανίδα κατασκευασμένη για τη χρήση του πλάστη (άνοιγμα φύλλων, κλπ).
Πήτες : Στο μενού των Θιακών, κυριαρχούσαν οι bακαλαόπητα (από ξερό βακαλάο), κολοκυθόπητα (από κίτρινο κολοκύθι), κρεατόπητα, κουκκόπητα (από ξερά κουκκιά), λαχανόπητα (από διάφορα λάχανα, ιδίως σπανάκι), χταποδόπητα (χταπόδι), ογιαουρτόπητα (γιαούρτι), τυρόπητα και γαλατόπητα.
Μουστόπητα : Η μουσταλευριά.
bακλαή : O σπιτικός μπακλαβάς, με χοντρά φύλλα.
Ροβανή : Το γνωστό γλύκισμα, φτιαγμένο από ριζάλευρο, μέλι και λάδι.
bαφίσα : Μικρά γλυκίσματα από φρούτα μέσα σε φύλλο πήτας. Ήδη, τον καιρό που γραφόταν το βιβλίο, το συγκεκριμένο θεωρούνταν παλαιό γλυκό το οποίο δεν φτιαχνόταν πολύ πια.
Κυδωνόπαστο : Γλύκισμα από κυδώνι με μέλι και αμύγδαλα, κομμένο σε ρομβοειδή φελιά και το οποίο διατηρούνταν όλο το χειμώνα.


Θέρμανση

Σκίζα : Μεγάλο ξύλο σκισμένο με τσεκούρι το οποίο προοριζόταν για κάψιμο στη φωτιά.
Χλιός : Ο χλιαρός.

Δεν υπάρχουν σχόλια: