Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2007

Λεξιλόγιο 2 (Νόσοι-Θεραπείες)

Παρμένος : Παράλυτος.
Μαλίνο : Δυνατός πυρετός με αποτελέσματα εσωτερικά, ενίοτε και κοιλιακός τύφος.
Γυρίζει : Η μετάπτωση από μία ασθένεια σε άλλη (πχ "το κρυολόγημα του γύρισε σε περιπλεμονία").
Κουρλός : Τρελός.
Κουρλαίνομαι : Τρελαίνομαι.
bατσελάρω : Τρελαίνομαι (πχ "έκανε σωστή τη δουλειά του κ' έξαφνα εbατσελάρισε και τώρα τον έχουνε στη Gέρκυρα").
Σbαλιάρω : Τρελαίνομαι, μου στρίβει. Επίσης, κάνω λάθος.
Γλυκί : Σεληνιασμός (πχ "τον έπιασε το γλυκί του", δλδ σεληνιάστηκε). Μεταφορικώς, σημαίνει τον μεγάλο θυμό ή ότι κάποιος είναι νευρικός.
Γλυκιασμένος : Σεληνιασμένος, επιληπτικός (πχ "είναι γλυκιασμένος και κάθε τόσο τονε πιάνει").
Κουταβέλα : Ανάπηρο χέρι, άχρηστο από χτύπημα ή εκ γενετής (πχ "τού'δωκε μια γερή χτυπιά και τού'κανε το χέρι κουταβέλα").
Σγουbός : Καμπούρης.
Σγούba : Η καμπούρα (το εξόγκωμα).
Βεdερούγα : Σγούba
Μαλαφράντζα : Σύφιλη (πχ "πήρε στη Ρουμανία μια μαλαφράντζα κι' αποφτή στο τέλος εκουρλάθηκε").
Γαλλικά πάθη : Τα αφροδίσια γενικώς (πχ "ευτήνες οι ηθοποιοί είναι γιομάτες Γαλλικά πάθη").
Φαούρα : Φαγούρα.
Ρεdέρω : Κάνω εμετό.
Σερβιτσάλι : Κλύσμα.
Κλυστήρι : Kλύσμα επίσης.
Τριχοφάος : Tριχοφάγος.
Σκαροβλογιά : Βαριά μορφή ευλογιάς (θανατηφόρος).
Σκατζόχτικο : Βαριά μορφή χτικιού (φυματίωση).
Λιοbάρbαρο : Εϊδος καθάρσιου.
Λάδι : Στη συγκεκριμένη κατηγορία λεξιλογίου, συνήθως σημαίνει ρετσινόλαδο, καθάρσιο.
Αναούλα : Αναγούλα.
Λιθοπάτημα : Σπυρί στην φτέρνα, το οποίο καθώς λεγόταν έβγαινε από το πολύ περπάτημα. Για τον λόγο αυτό, η λέξη χρησιμοποιούνταν και μεταφορικώς για να δηλώσει ότι κάποιος κόπιασε (έτρεξε) πολύ για να φέρει εις πέρας μια δουλειά του (πχ "έβγαλε το λιθοπάτημα").
Κεφαλάργια : Κεφαλαλγία, πονοκέφαλος (πχ "έχω μια κεφαλάργια που θα μου φύη το κεφάλι").
Φουνdανέλα : Η λέξη βγαίνει από την ιταλική fontana (βρύση) και υποδηλώνει μια πρακτική που χρησιμοποιούνταν αντί εκδόριου και σύμφωνα με την οποία, το δέρμα ανοιγόταν σε ένα σημείο και έβαζαν μέσα ένα ρεβύθι, με αποτέλεσμα το σημείο να μένει ανοιχτό και να τρέχει υγρό συνεχώς (πχ "του βάλανε φουνdανέλα και τού'φυγε λίγο το κρυολόημα").
Ζούλισμα : Μόλωπας.
Πίνος : Ακάθαρτο, άπλυτο μαλλί ζώων το οποίο χρησιμοποιούνταν ως θεραπεία του ζουλίσματος.
Μαϊdανός : Το γνωστό χορταρικό που χρησιμοποιούνταν ως θεραπευτικό για όταν "σταματήσει το κάτουρο" (πχ "όταν σταματήσει το κάτουρο τ' ανθρώπου, κοπανίζεις μαϊdανό, το κάνεις κατάπλασμα και το βάζεις απάνου. Σε λίγο το κάτουρο κινάει μοναχό του").
Φτάρνισμα : Αναφέρεται απλώς ως δείγμα της εθιμοτυπίας που υπαγόρευε να θεωρείται "κακό" να συμβεί το βράδυ της Τυρινής. Για να φύγει το κακό, έσκιζαν το πουκάμισο αυτού που φτερνίστηκε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: