Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

ΚΟΥΡΛΕΝΑΜΕ ΤΣΙ ΜΑΝΑΔΕΣ ΜΑΣ

Είναι στιγμές που κάθομαι και σκέπτομαι το πως παίζαμε και τι κάναμε σαν παιδιά και λέω πως είναι θαύμα που ζούμε! Καταρχάς λεφτά για να πάρουμε μπάλα δεν υπήρχαν. Έτσι περιμέναμε να σφάξει ο Γρες ο Τσιλίκης ή ο Μάχος ο Κοντονιός, παίρναμε τη φούσκα του ζώου την φουσκώναμε και από τα πλεχτά των μανάδων μας αρπάζαμε νήμα και την τυλίγαμε. Οπότε ήταν έτοιμη η μπάλα για τα περαιτέρω. Το Jumbo ήταν περιττό!

Μετά τους σεισμούς, τα φορτηγά λογω της ανοικοδόμησης όργωναν το Θιάκι και η καθημερινή ενασχόληση μας ήταν η καροτσάδα ή κοτσάρισμα. Δηλαδή τρέχαμε και κρεμιόμαστε από την καρότσα του φορτηγού και το ακολουθούσαμε στον προορισμό του. Βέβαια αν μας καταλάβαινε ο οδηγός σταμάταγε και μας έπαιρνε με τσι πέτρες! Κυρίως το καλοκαίρι φεύγαμε το πρωί από το σπίτι και γυρίζαμε το βραδύ. Πεταγόμαστε για τα ησυχότερα και για να μην διαμαρτύρεται το στομάχι στο σπίτι, αρπάζαμε μια φέτα ψωμί λάδι και ζάχαρη και δρόμο. Τα φορτηγά τα περιμέναμε κάτω στη βόλτα του Μύλου. Στη στροφή τρέχαμε το τσούρμο και κρεμιόμαστε οπότε άρχιζε η απόλαυση της βόλτας. Βεβαία το τσιμέντο και ο άμμος μας στόλιζαν!

Μια φορά ανέβαινε ένα φορτηγό τίγκα στο τσιμέντο και πάνω από αυτό στην καρότσα ήταν ο Αντώνης ο Βλησμάς ο πατέρας του Ανδρέα για να το ξεφορτώσει. Στο μύλο κρεμαστήκαμε τέσσερα πέντε παιδιά και τον παρακαλέσαμε να μας βοηθήσει να ανέβουμε πάνω όπως και έγινε. Απόλαυση η βόλτα αλλά κατέληξε σε τραγωδία! Ένας από μας ήταν και ο Νίκος ο Κασσιανός ή Μπελαμής και μετά τον Άγιο Ραφαήλ ήταν μια ελιά που κάλυπτε το δρόμο και πέρναγε ισα ισα το φορτηγό. Έδωσε το σύνθημα ο Μπάρμπα Αντώνης και πέσαμε μπρούμυτα για να περάσουμε. Δυστυχώς ο Μπελαμής δεν πρόσεξε και βρήκε το χέρι του σε ένα μπίτσο με αποτέλεσμα να χάσει το μεσαίο δάκτυλο! Το τι έγινε δεν λέγεται, σκουσμακια φωνές ενώ εμείς εγίναμε καπνός από το φόβο μας οι δε μανάδες μας τρεχανε να δουν αν είμαστε καλά και τι έπαθε το παιδί.

Ανέβαινε ένα φορτηγό με οδηγό το λεβέντη τον Βασίλη το Λαζαρη που τόσο άδικα και τόσο νέος έφυγε. Στο καφενείο του Βενου πήρε τον αποκάτω δρόμο τον στενό που πάει για τον κάτω Ραγκαθια. Φορτωμένο κάργα βρήκα την ευκαιρία και κοτσαρίστηκα. Προχωρούσαμε ωραία ωραία μέχρι το σημείο που είναι τώρα το σπίτι του Καρακώστα πριν του Καπέτη. Εκεί είχε και έχει μια λιθιά γύρω στα 3,5 μέτρα. Ξαφνικά υποχωρεί η λιθιά! Πρόκαμα και σάλτισα εγώ, το φορτηγό τουμπάρισε από κάτω και έμεινε με το πλάι. Ο συγχωρεμένος ο Βασίλης τραυματίσθηκε ελαφρά κι εγώ έφαγα της χρονιάς μου! Το θέμα ήταν πως θα βγει το φορτηγό από κει κάτω. Εστήθηκε ολόκληρη επιχείρηση. Επιστρατεύτηκαν γαϊδούρια άλογα μουλάρια, κατάφεραν και έφεραν το φορτηγό στα ίσα. Έφτιαξαν μια ράμπα, πάλευαν μια εβδομάδα, και τελικά κατάφεραν και το ανέβασαν. Το ωραίο είναι ότι εκείνο το σημείο κτίστηκε το σπίτι που μετέπειτα κατοίκησε ο Βασίλης σαν γαμπρός!

Αυτά κάναμε, έτσι πέρναγε η μέρα μας, το ζην επικινδύνως ήταν τρόπος ζωής, όσο για τα μικρόβια και όλα τα σχετικά ήταν τα φιλαράκια μας! Τώρα μετά το σχολειό μπάνιο μετά το φροντιστήριο μπάνιο και αντισηπτικά για τα χέρια κάθε λίγο και λιγάκι! Τα δε παιδιά τρελαίνονται αλλά ούτε και εμπειρίες αποκτούν. Ας είναι καλά όλα τα παιδιά του κόσμου και σε σας μια καλημέρα από καρδίας και καλό Σαβ/κο!

Γιάννης Λιβάνης

Δεν υπάρχουν σχόλια: